17 Μαϊος 2022

Τό Πνεῦμα τοῦ Πατρός (καί τοῦ Υἱοῦ)

PNΣυμπληρωματικά

στοιχεῖα

στή γνωμοδότηση

περί τό Filioque

Παν. Ἰ. Μπούμης,  Ὁμότ. Καθηγητής Παν/μίου Ἀθηνῶν

Πρό καιροῦ στό περιοδικό «Ἐκκλησία» δημοσιεύσαμε σέ συνέχειες μιά ἐκτενή «γνωμοδότηση περί τό Filioque» μέ τό γενικό τίτλο «Τό Πνεῦμα τοῦ Πατρός (καί τοῦ Υἱοῦ)». Αὐτή ἀναφερόταν στή «Διασάφησιν» τοῦ Ποντιφικοῦ Συμβουλίου σχετικά μέ «Τό "προϊέναι" τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τήν Ἑλληνικήν καί τήν Λατινικήν παράδοσιν». Στή Γνωμοδότηση αὐτή κάναμε λόγο γιά τή διαφορά μεταξύ τοῦ «ἐκπορεύεσθαι» πού ὑπάρχει στό Ἑλληνικό κείμενο τοῦ Ἰω. 15,26 («τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται») καί τῆς λατινικῆς μεταφράσεώς του, ὅπου χρησιμοποιεῖται τό ρῆμα procedere («Spiritum veritatis, qui a Patre procedit»). Καί εἴπαμε ὅτι τό ἐκπορεύεσθαι (στό Ἰω. 15,26) σημαίνει τό πηγάζειν, ἔχει τήν ἀφετηρία του, τό εἶναι του, τήν αἰτία του, ἐνῶ τό procedere ἀντιστοιχεῖ στό προϊέναι, ἤ προέρχεσθαι, καί ἔχει καί τήν ἔννοια τοῦ πηγάζειν, ἀλλά καί τήν ἔννοια τοῦ ἐξέρχεσθαι, τοῦ προχέεσθαι-ἐκχέεσθαι.

Ἐκεῖ μάλιστα μεταφέραμε καί παραθέσαμε καί τίς ἑξῆς δύο ἀξιόλογες διευκρινίσεις-ὁμολογίες τῆς ἐν λόγῳ «Ποντιφικῆς Διασαφήσεως»: 

α) Συγκεκριμένως («Διασάφησις», σελ. 11) ἔχει: «Ἐκ τῶν ὅρων τῶν ἐχόντων σχέσιν πρός οἱανδήποτε ἀρχήν, ὁ ὅρος processio εἶναι ὁ γενικώτερος. Τόν χρησιμοποιοῦμεν δι’ οἱανδήποτε ἀρχήν· ἐπί παραδείγματι, λέγομεν ὅτι ἡ γραμμή προέρχεται ἀπό τό στίγμα τῆς τελείας, ὅτι ἡ ἀκτίς προέρχεται ἀπό τόν ἥλιον, ὁ ποταμός ἀπό τήν πηγήν του, ὡς καί εἰς πλείστας ὅσας ἄλλας περιπτώσεις».

β) Ἡ ἄλλη (σελ. 10) λέει: «Ὅπως ἡ λατινική βίβλος (Vulgata καί αἱ προηγούμεναι μεταφράσεις) εἶχε μεταφράσει τό Ἰωάν. ιε΄, 26 (παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται) μέ "qui a Patre procedit", οἱ Λατῖνοι μετέφρασαν τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον τοῦ Συμβόλου τῆς Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως μέ "ex Patre procedentem" (Mansi VII, 112B). Οὕτως, εἰς τόν λόγον τῆς αἰωνίας ἀρχῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐξισοῦτο ἐσφαλμένως ἀλλ’ ἀκουσίως ἡ περί ἐκπορεύσεως ἀνατολική θεολογία καί ἡ περί processio δυτική».

Ἡ ἔκφραση ὅτι «ἐξισοῦτο ἐσφαλμένως ἀλλ’ ἀκουσίως ἡ περί ἐκπορεύσεως ἀνατολική θεολογία καί ἡ (μέ τήν) περί processio δυτική» ἀναγνωρίζει καί δέχεται τήν ἐσφαλμένη ἐξίσωση ἀπό ἀπροσεξία τοῦ «ἐκπόρευσις» (τοῦ Ἰω. 15,26) καί τοῦ (μέ τό) «processio».

Γιά νά ἰσχύουν ὅμως αὐτά περί τοῦ ρήματος ἐκπορεύεσθαι στό Ἰω. 15,26, πρέπει νά προσέξουμε ἰδιαιτέρως καί μία ἄλλη παράμετρο-παρουσία στό χωρίο αὐτό, ἤ ἀλλιῶς, γιά νά καταστήσουμε αὐτά πιό πειστικά, πρέπει νά τά ἐνισχύσουμε καί μέ ὁρισμένα ἄλλα δεδομένα τοῦ Ἰω. 15,26.

Καί εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά ἐξετάσουμε καί αὐτά τά δεδομένα, γιατί ἐνδέχεται ἐκτός τῶν ἄλλων νά προβάλει κάποιος τήν ἄποψη ὅτι τό ρῆμα ἐκπορεύεσθαι δέν ἔχει πάντοτε μόνο τήν ἔννοια τοῦ πηγάζειν, ἀλλά ἔχει καί τήν ἔννοια τοῦ ἐξέρχεσθαι ἤ καί προϊέναι. Μάλιστα μπορεῖ νά ἰσχυριστεῖ ὅτι ἐναλλάσσονται αὐτά τά δύο ρήματα ἀκόμη καί σ’ αὐτήν τήν ἴδια τήν Καινή Διαθήκη. Ὁπότε δικαιολογεῖται κανείς νά ὑποστηρίξει ὅτι ἡ διάκριση μεταξύ τῶν δύο αὐτῶν ρημάτων, ἐκπορεύεσθαι καί ἐξέρχεσθαι, δέν εἶναι ἀπόλυτη, ἀλλά σχετική καί δίνει λαβή καί ἀφορμή γιά διάφορες παρανοήσεις καί παρεκκλίσεις.

Πράγματι, λοιπόν, μπορεῖ νά φέρει παραδείγματα καί ἀπό τήν Καινή Διαθήκη γι’ αὐτήν τήν ἔννοια τοῦ ἐκπορεύεσθαι καί τήν ἐναλλαγή του μέ τό ἐξέρχεσθαι. Ἄς μεταφέρουμε κι ἐμεῖς μερικά ἀπ’ αὐτά.

1) Στό Ματθ. 3,5 ἔχουμε: «Τότε ἐξεπορεύετο πρός αὐτόν (τόν Ἰωάννην) Ἱεροσόλυμα καί πᾶσα ἡ Ἰουδαία καί πᾶσα ἡ περίχωρος τοῦ Ἰορδάνου». Πρβλ. καί τό Μάρκ. 1,5. Πρβλ. καί τό Λουκ. 3,7, ὅπου σχετικῶς λέει: «Ἔλεγεν οὖν τοῖς ἐκπορευομένοις ὄχλοις βαπτισθῆναι ὑπ’ αὐτοῦ . . . ».

2) Στό Ματθ. 4,4 ἔχουμε: «Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἐπί παντί ρήματι ἐκπορευομένῳ διά στόματος Θεοῦ».

3) Στό Ματθ. 15,18-20 λέγεται: «Τά δέ ἐκπορευόμενα ἐκ τοῦ στόματος ἐκ τῆς καρδίας ἐξέρχεται, κἀκεῖνα κοινοῖ τόν ἄνθρωπον. Ἐκ γάρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι . . . 20 ταῦτά ἐστιν τά κοινοῦντα τόν ἄνθρωπον . . . ».

4) Ἐρχόμαστε στό Λουκ. 4,22: «Καί πάντες ἐμαρτύρουν αὐτῷ καί ἐθαύμαζον ἐπί τοῖς λόγοις τῆς χάριτος τοῖς ἐκπορευομένοις ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ». 

5) Στό Λουκ. 4,36-37 ἔχουμε: «Τίς ὁ λόγος οὗτος ὅτι . . . ἐπιτάσσει τοῖς ἀκαθάρτοις πνεύμασιν καί ἐξέρχονται (ἀπό τόν ἄνθρωπο) ; Καί ἐξεπορεύετο ἦχος περί αὐτοῦ (τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ) εἰς πάντα τόπον τῆς περιχώρου».

6) Στό Πράξ. 19,12 ἔχουμε ἐπίσης μιά ἐναλλαγή ἤ μᾶλλον διπλή γραφή: α) Οἱ Eb.-Er. Nestle – K. Aland κ.ἄ. (Novum Testamentum Graece) ἔχουν: « . . . τά τε πνεύματα τά πονηρά ἐκπορεύεσθαι». β) Ἡ Ἀποστολική Διακονία (Ἡ Καινή Διαθήκη) ἔχει: « . . . τά τε πνεύματα τά πονηρά ἐξέρχεσθαι ἀπ’ αὐτῶν».

7) Στήν Ἀποκ. 16,14: «Πνεύματα δαιμονίων . . . ἅ ἐκπορεύεται (ἤ ἐκπορεύεσθαι) ἐπί τούς βασιλεῖς τῆς οἰκουμένης ὅλης».

Ἑπομένως εἴμαστε ὑποχρεωμένοι καί λογικό εἶναι νά καταφύγουμε στή βοήθεια καί τῶν ἄλλων δεδομένων τοῦ χωρίου Ἰω. 15,26, γιά νά καταλήξουμε καί νά πεισθοῦμε ὅτι τό ἐκπορεύεται σ’ αὐτό ἔχει τήν εἰδική ἔννοια τοῦ πηγάζειν καί ὄχι τοῦ ἐξέρχεσθαι. Τοῦτο συγκεκριμένως ἐνισχύεται καί ἀπό τήν ὕπαρξη τῆς προθέσεως παρά καί μάλιστα δύο φορές κοντά-κοντά στό ἴδιο χωρίο.

Ἀλλ’ ἄς δοῦμε τό χωρίο Ἰω. 15,26 γιά ἄλλη μία φορά, ὅπου ὁ Κύριος λέει: «Ὅταν δέ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὅν ἐγώ πέμψω ὑμῖν παρά τοῦ Πατρός, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὅ παρά τοῦ πατρός ἐκπορεύεται . . . ».

Μᾶλλον, λοιπόν, ἐδῶ ὁ Κύριος θέλει νά ἐπιστήσει μέ τήν ἐπανάληψη τῆς προθέσεως παρά τήν προσοχή μας καί σ’ αὐτή, θέλει νά ὑπογραμμίσει τό ρόλο της καί τή σημασία της, τήν ἐπίπτωσή της, στό ρῆμα ἐκπορεύεσθαι καί νά τονίσει τήν ἔννοια αὐτοῦ, θά λέγαμε, νά τό νοηματοδοτήσει.

Πρός τούτοις τό εὐχάριστο καί ἐνθαρρυντικό γιά μᾶς εἶναι ὅτι δύο παλαιότεροι ἔγκριτοι μεταφραστές-ἑρμηνευτές θεολόγοι φαίνεται ἔλαβαν ὑπ’ ὄψη τους αὐτήν τήν παράμετρο-ὑπόδειξη, ἐνσυνειδήτως ἤ ἀσυνειδήτως. Ἔτσι ὁ καθηγητής Παν. Τρεμπέλας ἀποδίδει τό Ἰω. 15,26 ὡς ἑξῆς: «Ὅταν δηλαδή θά ἔλθῃ ὁ Παράκλητος, τόν ὁποῖον ἐγώ ὡς ὁδηγόν καί βοηθόν σας θά σᾶς στείλω ἀπό τόν Πατέρα, τό Ἅγιον Πνεῦμα δηλαδή, τό ὁποῖον ὡς πηγή τῆς ἀληθείας φανερώνει καί εἰς τούς ἀνθρώπους τήν ἀλήθειαν καί τό ὁποῖον ἐκπορεύεται ἀπό τούς κόλπους τοῦ Πατρός, ὅπως ἀναπηδᾷ ὁ ποταμός ἀπό τήν φυσικήν πηγήν του . . . ». Ὁ Παν. Τρεμπέλας τήν ἔκφραση «ἀπό τούς κόλπους τοῦ Πατρός» ἴσως πῆρε ἀπό τόν Θεοφύλακτο Βουλγαρίας, ὁ ὁποῖος λέει: «Οὐ γάρ ἐξ οἰκείων κόλπων αὐτός προΐεμαι τό Πνεῦμα, ἀλλά παρά τοῦ Πατρός δι’ ἐμοῦ χορηγεῖται». Ἐκεῖνο πού εἶναι ἄξιο προσοχῆς εἶναι ὅτι ὁ καθηγητής Παν. Τρεμπέλας δέν μένει στό ἁπλό «ἀπό τόν Πατέρα» πού μεταφράζει τήν πρώτη φορά, ἀλλά λέει ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦμα «ἐκπορεύεται ἀπό τούς κόλπους τοῦ Πατρός».

Ἐκτός ἀπό τόν καθηγητή Παν. Τρεμπέλα καί ὁ ἄλλος ἔγκριτος ἑρμηνευτής τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὁ Ἰω. Κολιτσάρας (ἀπό τούς παλαιούς γυμνασιάρχες) στήν ἑρμηνεία του γράφει: «Ὅταν δέ ἔλθῃ ὁ Παράκλητος, τόν ὁποῖον ἐγώ θά στείλω εἰς σᾶς ἐκ μέρους τοῦ Πατρός, τό Ἅγιον Πνεῦμα, πού εἶναι ἡ ἀλήθεια καί ἡ πηγή τῆς ἀληθείας καί τό ὁποῖον ἐκπορεύεται ἀπό τόν Πατέρα, ἐκεῖνος θά μαρτυρήσῃ δι’ ἐμέ».

Καί ἐδῶ ἄξιον προσοχῆς εἶναι ὅτι ὁ Ἰω. Κολιτσάρας δέν ἀρκεῖται νά γράψει καί νά μεταφράσει ἁπλῶς τό παρά μέ τό ἀπό, ἀλλά κάτι, ἴσως καί τό γλωσσικό του αἰσθητήριο, τόν ὠθεῖ νά δώσει καί τήν ἔννοια τοῦ «ἐκ μέρους».

Αὐτή πάντως ἡ ἀπόδοση εἶναι σύμφωνη καί μέ τό Συντακτικόν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Γλώσσης (Ἐν Ἀθήναις 1965) τοῦ Ἀχ. Τζάρτζανου, ὁ ὁποῖος στόν πίνακα (σ. 76) γράφει καί ἀποδίδει τήν πρόθεση παρά μέ τήν ἔκφραση «ἐκ μέρους», καί ἀκολούθως στή σελ. 83 ἐπαναλαμβάνει ἀκόμη πιό χαρακτηριστικά: «Παρά . . . 2. Μέ γενικήν (ἀφαιρετικήν) . . . β) μεταφορικῶς, εἰς δήλωσιν προελεύσεως = ἐκ μέρους, ἀπό (μόνον μετά γενικῆς προσώπου): παρ’ ἡμῶν ἀπάγγελλε τάδε Ξ.».

Παρομοίως καί μεταγενεστέρως ὁ Κων. Κατεβαίνης, Συντακτικόν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Ἀθῆναι, χ.χ., σελ. 66, σημειώνει καί ἐπιμαρτυρεῖ: «Ἡ παρά μετά γεν. (προσώπου) σημαίνει ἐκ μέρους· π.χ. παρά βασιλέως πολλοί πρός Κῦρον ἀπῆλθον (Ξ)· ταῦτα παρά σου ἐμάθομεν (Ξ)».

Πρβλ. καί Jean Humbert (μτφ. Γ. Κουρμούλη), Συντακτικόν τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Ἀθῆναι 1957, σελ. 302: «ΠΑΡΑ . . . Ἀκολουθουμένη ὑπό τῆς γενικῆς (ἀφαιρετικῆς) ἡ παρά σημαίνει "ἀπό τό μέρος τοῦ" ἐν συγκεκριμένῃ ἐννοίᾳ».

Ἔτσι μᾶς ὑποδεικνύεται σαφῶς ὅτι εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά συνεξετάζουμε τό ρῆμα ἐκπορεύεσθαι μέ τήν πρόθεση παρά πού προσφέρει πολλά. Ἡ ἐπιχειρηματολογία γιά τή διάκριση καί διαφορά μεταξύ τῶν δύο ρημάτων ἐκπορεύεσθαι καί προϊέναι (ἤ ἐξέρχεσθαι) δέν εἶναι πλήρης καί πειστική, ὅταν ἐξετάζουμε τό ἐκπορεύεσθαι τοῦ Ἰω. 15,26 μόνο του χωρίς τή συνεξέτασή του μέ τήν πρόθεση παρά πού τό συνοδεύει. Εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά λαμβάνουμε ὑπ’ ὄψη καί τή δική της προσφορά καί λειτουργία. Ἤ ἀλλιῶς: Ἡ ἀληθής ἔννοια τοῦ ἐκπορεύεσθαι στό Ἰω. 15,26 δέν βρίσκεται μέ τή μεμονωμένη ἐξέταση τοῦ ρήματος χωρίς τή συνεξέτασή του καί μέ τήν πρόθεση παρά πού τό συνοδεύει.

Ἀναμφισβητήτως, λοιπόν, ἡ πρόθεση παρά ἔχει τό ρόλο της καί τό λόγο της στήν ὅλη καλή κατανόηση καί πλήρη καί καλή ἀπόδοση τοῦ ἐκπορεύεται. Καί ὁ ρόλος της αὐτός πρέπει (ἔπρεπε) νά λαμβάνεται ὑπ’ ὄψη καί κατά τίς μεταφράσεις τοῦ χωρίου αὐτοῦ, τόσο στήν ἑλληνική γλῶσσα (παλαιότερη καί νεότερη), ὅσο καί στίς ἄλλες γλῶσσες.

Ἀντ’ αὐτοῦ καί ἀντί νά γίνεται ἡ ἀξιοποίησή της, ὄχι μόνο παραθεωρεῖται, ἀλλά κατ’ οὐσίαν ἀντικαθίσταται, ὅταν χρησιμοποιοῦμε ἄλλες προθέσεις (ἰδίως τήν ἀπό), οἱ ὁποῖες δέν ἔχουν τήν ἴδια σημασία καί τό ἴδιο βάρος μέ αὐτή. Καί τότε μάλιστα θά λέγαμε ὅτι ἔχουμε καί παραχάραξη τοῦ πρωτότυπου κειμένου. Καί αὐτό εἶναι ἕνα κακό, τό ὁποῖο ἔχει πολλά παρεπόμενα. Λέει ἕνα σοφό γνωμικό: «Ἑνός κακοῦ γινομένου μύρια ἕπονται»: Ἀπό παρερμηνεῖες μέχρι αἱρέσεις καί διαιρέσεις.

Μέ ἀφορμή τά ἀνωτέρω ἴσως πεῖ κάποιος: Ἀφοῦ τό ἐκπορευόμενον ἔχει καί τήν ἔννοια τοῦ ἐξερχόμενον καί ἐπίσης ἀφοῦ στό Σύμβολο τῆς Πίστεως δέν ἔχουμε τήν πρόθεση παρά, ἀλλά τήν πρόθεση ἐκ, τότε μήπως καί στό ἑλληνικό Σύμβολο δέν εἶναι καλή ἡ διατύπωση, ἡ ἀπόδοση; Μήπως δηλ. τό «ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον» δέν σημαίνει τό «ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται», ἀλλά τό «ἀπό τοῦ Πατρός ἐξερχόμενον»; Δηλ. δέν σημαίνει τήν ἀΐδιο ἐκπόρευση, ἀλλά τόν ἐν χρόνῳ ἐρχομό;

Πιθανῶς, θά ἀπαντοῦσε κάποιος προχείρως, ναί. Ὡστόσο ἐν πρώτοις τό «ἐκπορευόμενον» δέν μπορεῖ νά χρησιμοποιηθεῖ μέ τήν ἔννοια τοῦ «σήμερον ἐξερχόμενον», γιατί, ὅπως ἔχουμε γράψει στήν ἐν λόγῳ γνωμοδότησή μας, ὁ ἐν συνεχείᾳ προσδιορισμός «τό (Ἅγιον Πνεῦμα) τό λαλῆσαν διά τῶν προφητῶν» προσδιορίζει καί ἀνάγει τά πράγματα στήν πρό τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ περίοδο, ἤ ἀλλιῶς μᾶς μεταφέρει στήν προαιώνιο καί ἀΐδιο ἐκπόρευσή Του καί ὄχι στή μετά Χριστό ἀποστολή καί ἐρχομό Του. Ἄρα στό Σύμβολο τό ἐκπορευόμενον ἔχει τήν ἔννοια τῆς ἐκπορεύσεως-ἀφετηρίας-πηγῆς-ἀρχῆς καί ὄχι τῆς πέμψεως καί ἀφίξεως.

Ἀλλ’ ἐκτός αὐτοῦ πρέπει νά προσθέσουμε καί νά τονίσουμε ὅτι ἡ πρόθεση ἐκ στό Σύμβολο ἀντικαθιστᾶ ἐπαξίως καί ἐπιτυχῶς τήν πρόθεση παρά τοῦ Ἰω. 15,26. Δηλαδή μέ τή χρησιμοποίηση τῆς ἐκ ὑποδεικνύει καί τήν ἀναλογία τῆς ἐκπορεύσεως πρός τή γέννηση τοῦ Υἱοῦ ἐκ τοῦ Πατρός (πρβλ. τό «σχῆμα καθ’ ἕλξιν»), ἐπειδή καί στό σχετικό περί τοῦ Υἱοῦ ἄρθρο λέει: «Καί εἰς ἕνα Κύριον . . . τόν ἐκ τοῦ Πατρός γεννηθέντα». Μέ τήν ἐπανάληψη αὐτή τῆς προθέσεως ἐκ ἀποφεύγεται καί ἡ ἀνισότητα μεταξύ Υἱοῦ καί Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλά συγχρόνως προσδιορίζεται καί ἡ ὁμοιότητα-ἀναλογία γεννήσεως-ἐκπορεύσεως. Ἔτσι ἡ χρησιμοποίηση τῆς προθέσεως ἐκ ἀντί τῆς παρά στό ἑλληνικό κείμενο τοῦ Συμβόλου δέν ἐπηρεάζει κακῶς τό νόημα ἀπό ἀπόψεως θεολογικῆς καί λογικῆς, ἀλλά μᾶλλον ἐπιδρᾶ εὐμενῶς.

Ἀλλά καί πέρα ἀπό τήν ἀνωτέρω θεολογική ἐπιχειρηματολογία καί γραμματολογικῶς τά πράγματα εὐοδοῦνται καί ἐνισχύονται. Καί αὐτό ἐπιτυγχάνεται ἀπό αὐτά πού διαλαμβάνει «Τό Συντακτικόν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης», τό ὁποῖο κάνει λόγο γιά τίς δύο σχετικές προθέσεις ἐκ καί ἀπό, καθώς καί γιά τή διαφορά τους. Συγκεκριμένως τό Συντακτικόν τοῦ Ἀχ. Τζάρτζανου λέει:

«Ἐξ, ἐκ. Ἀρχική σημασία ἀπό μέσα, ἀπό μέσα ἀπό». Καί συνεχίζει: «Μέ γενικήν (ἀφαιρετικήν) μόνον · α) τοπικῶς = ἀπό (μέσα ἀπό) . . . β) μεταφορικῶς, συνήθως εἰς δήλωσιν ἀμέσου (ἡ ὑπογράμμιση δική μας) καταγωγῆς . . . » (σελ. 80).

Ὡσαύτως ὁ Κων. Κατεβαίνης, Συντακτικόν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, σελ. 56, γράφει: «Ἡ ἐκ μετά γεν. σημαίνει ἀρχήν καί κίνησιν ἐκ τῶν ἔνδον τινός, μέσα ἀπό, ἀπό . . . γ΄) μεταφορικῶς εἰς δήλωσιν 1) τῆς ἀμέσου καταγωγῆς . . . 2) Τῆς αἰτίας . . . ».

Εἰς ἐπίρρωσιν τῆς ἐννοίας τῆς προθέσεως ἐκ, ὅτι δηλ. ἡ πρόθεση ἐκ στήν ἑλληνική γλώσσα ἔχει τήν ἔννοια τοῦ ἔσωθεν, τοῦ (ἀπό) μέσα ἀπό, ὑποδεικνύεται καί ἀπό τήν Ἁγία Γραφή. Ἔτσι στό Μάρκ. 7,20-23 ἔχουμε: «Ἔλεγεν (ὁ Κύριος) δέ ὅτι τό ἐκ τοῦ ἀνθρώπου ἐκπορευόμενον, ἐκεῖνο κοινοῖ τόν ἄνθρωπον. Ἔσωθεν γάρ ἐκ τῆς καρδίας τῶν ἀνθρώπων οἱ διαλογισμοί οἱ κακοί ἐκπορεύονται, πορνεῖαι, κλοπαί . . . πάντα ταῦτα τά πονηρά ἔσωθεν ἐκπορεύεται καί κοινοῖ τόν ἄνθρωπον». 

Καί αὐτά γιά τήν ἔννοια καί λειτουργία τῆς προθέσεως ἐκ.

Ἀντιθέτως γιά τήν πρόθεση ἀπό ὁ Ἀχ. Τζάρτζανος (σελ. 78) σημειώνει: «Ἀπό. Ἀρχική σημασία μακράν ἀπό, ἀπό · πρβλ. ἄπω. (Συνώνυμος τῆς ἐκ ἀλλ’ ἡ μέν ἀπό σημαίνει ἀπομάκρυνσιν ἀπό τά ἔξω τινός, ἡ δέ ἐκ ἀπομάκρυνσιν ἀπό τά ἔσω τινός). Μόνον μέ γενικήν (ἀφαιρετικήν) · α) . . . γ) μεταφορικῶς, εἰς δήλωσιν καταγωγῆς (ἐμμέσου)».

Ὁ Κων. Κατεβαίνης, Συντακτικόν, σελ. 55, γράφει: «Ἡ ἀπό μετά γεν. σημαίνει α΄) χωρισμόν καί ἀπομάκρυνσιν . . . β΄) ἀρχήν καί κίνησιν ἀπό τινος . . . γ΄) μεταφορικῶς εἰς δήλωσιν α΄) τῆς ἐμμέσου καταγωγῆς . . . ».

Ἀπό τά ἀνωτέρω δεδομένα συγκεντρώνουμε, μεταφέρουμε καί ἐξαίρουμε τά ἑξῆς, τά ὁποῖα διαφωτίζουν τά ἐξεταζόμενα: α) Γιά τήν πρόθεση ἐκ ἔχουμε ὅτι σημαίνει τό ἀπό μέσα, ἀπό μέσα ἀπό, τό ἔσωθεν, ἀπομάκρυνσιν ἀπό τά ἔσω τινός καί δηλώνει τήν ἄμεση καταγωγή. β) Γιά τήν πρόθεση ἀπό ἔχουμε ὅτι σημαίνει μακράν ἀπό, ἀπό, χωρισμόν καί ἀπομάκρυνσιν, ἀπομάκρυνσιν ἀπό τά ἔξω τινός καί δηλώνει τήν ἔμμεση καταγωγή. 

Σημ. Ἐδῶ παρεμπιπτόντως σημειώνουμε ὅτι τίς ἀνωτέρω ἐκφράσεις μποροῦμε νά τίς χρησιμοποιήσουμε καί γιά θεολογικές διατυπώσεις, γενικῶς καί σέ θεολογικές προτάσεις σχετικῶς μέ τήν ἐκπόρευση καί τήν ἀποστολή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Κατόπιν τῶν δεδομένων αὐτῶν ἐδῶ ὑπενθυμίζουμε καί ὅσα ἀφοροῦν στήν πρόθεση παρά, γιά νά κάνουμε καί τήν ἀπαραίτητη σύγκριση καί συσχετισμό μέ τή σημασία τῆς προθέσεως ἐκ. Ὅπως εἴδαμε, λοιπόν, πιό μπροστά ἡ πρόθεση παρά χρησιμοποιεῖται «εἰς δήλωσιν προελεύσεως» = ἐκ μέρους, ἀπό (μόνον μετά γενικῆς προσώπου), καί σημαίνει «ἐκ μέρους ἤ ἐκ μέρους τινός» ἤ «ἀπό τό μέρος τοῦ». Ἔτσι, νομίζουμε ὅτι γίνεται ἐμφανής ἡ μεγάλη ἐννοιολογική σχέση τῶν προθέσεων ἐκ (τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως) καί τοῦ παρά (τοῦ Εὐαγγελίου, Ἰω. 15,26). Ἡ ἔκφραση τοῦ Συμβόλου «τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον» ἀποδίδει πολύ εὔστοχα τήν ἔκφραση τοῦ Εὐαγγελίου «ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται». Καί ἐννοεῖ τό ἐκπορεύεται μέ τήν ἔννοια τοῦ πηγάζειν.

Ἄρα ἑρμηνεύει τό χωρίο τοῦ Ἰωάννου ἐπιτυχῶς τό Σύμβολον τῆς Πίστεως καί δέν τό παραχαράσσει. Μή λησμονοῦμε ὅτι οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων στηρίζονται, ἀκολουθοῦν καί ἐφαρμόζουν τά δεδομένα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί ἄρα τήν ἑρμηνεύουν, καί μάλιστα τήν ἑρμηνεύουν αὐθεντικῶς.

Βεβαίως κατόπιν τῶν ἀνωτέρω ὅσο ἐπιτυχής εἶναι ἡ ἀπόδοση τῆς προθέσεως παρά μέ τήν ἐκ τόσο ἄστοχη θά ἦταν ἡ ἀπόδοσή της μέ τήν ἀπό. Αὐτή θά μᾶς ὁδηγοῦσε νά ἐκλάβουμε τό ἐκπορεύεσθαι μέ τήν ἔννοια τοῦ ἐξέρχεσθαι καί ὄχι τοῦ πηγάζειν. Καί θά μᾶς παρέσυρε νά συνυπονοήσουμε καί τό «ἀπό τόν Υἱό».

Μετά ταῦτα θά ἔλεγε κάποιος: Καλά αὐτά. Ἀλλά αὐτά ἰσχύουν γιά τό ἑλληνικό κείμενο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως. Ὅμως τί ἔχουμε νά ποῦμε γιά τό λατινικό κείμενο; Ἐμεῖς, λοιπόν, θά λέγαμε ὅτι τά ἴδια ἰσχύουν καί γιά τό λατινικό κείμενο (γιά τό ex Patre procedentum), ἐφ’ ὅσον ἡ πρόθεση ex ἔχει τήν ἴδια σημασία καί λειτουργία μέ τήν ἑλληνική πρόθεση ἐκ.

Καί νομίζουμε ὅτι τήν ἔχει. Καί σ’ αὐτό μᾶς ὠθεῖ καί ἡ ἑξῆς σκέψη-ὑπόθεση: Ὅτι ἴσως οἱ τότε Πατέρες ἐκτός τῶν προαναφερθέντων λόγων ἔβαλαν στό ἑλληνικό κείμενο τήν πρόθεση ἐκ (καί ὄχι τήν παρά), γιά νά διευκολύνουν καί τό λατινικό Σύμβολο, τό ὁποῖο ἔχει τό ἀντίστοιχο ex στή γλώσσα αὐτή, ἀλλά δέν ἔχει, δέν ὑπάρχει πλήρης ἀντιστοιχία τῆς παρά μέ ἄλλη πρόθεση ἐκεῖ.

Ἐάν, λοιπόν, γίνει δεκτό ὅτι ἡ πρόθεση ex ἔχει τήν ἐνέργεια πού ἔχει ἡ πρόθεση ἐκ στά ἑλληνικά, τ. ἔ. τοῦ ἔσωθεν, τῆς ἀμέσου προελεύσεως καί καταγωγῆς, τότε ἐνισχύει τό procedere μέ τήν ἔννοια τοῦ πηγάζειν. Δηλαδή πράττει ὅ,τι πράττει καί ἡ πρόταση «τό λαλῆσαν διά τῶν προφητῶν (= qui locutus est per prophetas)».

Ἐπίσης: Ἐφ’ ὅσον τό ex καί τό procedere μᾶς ἐνισχύουν καί ὁδηγοῦν στήν ἔννοια τοῦ πηγάζειν, τότε ἀποδυναμώνεται καί ἀκυρώνεται τό procedere μέ τήν ἔννοια τοῦ προϊέναι-προέρχεσθαι-ἐξέρχεσθαι. Καί τότε εἶναι προφανές ὅτι ἡ προσθήκη τοῦ Filioque δέν ἔχει θέση, εἶναι λανθασμένη.

Ἑπομένως, νομίζουμε, καλῶς ἐλέχθη ὅτι τά ἴδια ἰσχύουν καί γιά τό λατινικό κείμενο τοῦ Συμβόλου.

Βεβαίως τά πράγματα ἀλλάζουν, ἄν ἀντί τῆς προθέσεως ex-ἐκ χρησιμοποιήσουμε ἀβασάνιστα ἤ ἐννοήσουμε ἁπλουστευτικά καί ἄκριτα τήν πρόθεση a (= ἀπό). Ἐάν αὐτή σημαίνει ὅ,τι καί στά ἑλληνικά ἡ ἀπό, τ. ἔ. τήν ἔμμεση καταγωγή, τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τά ἔξω κάποιου, τότε τά πράγματα ἐκτρέπονται τῆς ὀρθῆς ἑρμηνείας. Τότε δηλ. ἐνισχύεται τό procedere μέ τήν ἔννοια τοῦ ἐξέρχεσθαι καί τότε μπορεῖ νά συνυπονοηθεῖ καί νά εἰσαχθεῖ καί τό Filioque. Καί τοῦτο, ὅταν ἰδίως δέν προσεχθεῖ ἡ πρόταση «τό λαλῆσαν διά τῶν προφητῶν», ἡ ὁποία μᾶς ἀποτρέπει ἀπό αὐτό, ἐπειδή, ὅπως ἔχουμε ἤδη προαναφέρει, μᾶς ἀνάγει στήν ἀΐδιο ἐκπόρευσή Του.

Καί ὅμως, ὅπως τά πράγματα δείχνουν, δυστυχῶς τό a ἐννόησαν πολλοί πιστοί τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης, ἄν καί χρησιμοποιοῦσαν τό ex. Καί τοῦτο, γιατί παρασύρθηκαν ἀπό τή μετάφραση τῆς λατινικῆς Βουλγάτας καί τῶν ἄλλων σχετικῶν μεταφράσεων. Αὐτήν τήν ἐμπλοκή ἴσως μαρτυρεῖ, ἔστω ἀσυνειδήτως, καί ἡ ἑξῆς ὁμολογία τῆς «Διασαφήσεως», τήν ὁποία εἴδαμε καί στήν ἀρχή τῆς παρούσας συμπληρωματικῆς Γνωμοδοτήσεως. Τή μεταφέρουμε καί πάλι: «Ὅπως ἡ λατινική βίβλος (Vulgata καί αἱ προηγούμεναι μεταφράσεις) εἶχε μεταφράσει τό Ἰωάν. ιε΄, 26 (παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται) μέ "qui a Patre procedit", οἱ Λατῖνοι μετέφρασαν τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον τοῦ Συμβόλου τῆς Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως μέ "ex Patre procedentem" (Mansi VII, 112B)».

Τό «ὅπως» πού βρίσκεται στήν ἀρχή τῆς ἀνωτέρω ὁμολογίας δίνει λαβή νά παραλληλίσουμε καί νά ὑπονοήσουμε μία ἐπίδραση τοῦ «qui a Patre procedit» στό «ex Patre procedentem».

Ἀντί, λοιπόν, νά κάνουν τήν ἀπαραίτητη ἀντιδιαστολή καί νά μείνουν στό λατινικό κείμενο τοῦ Συμβόλου, λαμβάνοντας σοβαρῶς ὑπ’ ὄψη τους τήν πρόθεση ex, παρασύρθηκαν ἀπό τό a τῶν μεταφράσεων. Ἐξέλαβαν τό ex τοῦ Συμβόλου τους ὡς τό a (=ἀπό), παρασυρόμενοι καί ἀπό τή Βουλγάτα, ἴσως δέ καί ἀπό νεότερες ἀλλόγλωσσες (π.χ. γερμανικές) μεταφράσεις.

Καί πράγματι, κατά πρῶτον σέ διάφορα λατινικά κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς δυστυχῶς ἡ πρόταση τοῦ Ἰω. 15,26 («ὅ παρά τοῦ Πατρός») ἀποδίδεται μέ τό a («qui a Patre»), τό ὁποῖο ἀντιστοιχεῖ μέ τό ἀπό καί σημαίνει τήν ἔμμεση καταγωγή.

Φέρνουμε μερικά παραδείγματα-μαρτυρίες. Ἔτσι τό Novum Testamentum Latinae (Secundum editionem Sancti Hieronymi), Oxonii- Londini 1962, ἔχει: «Cum autem venerit Paracletus, quem ego mittam vobis a Patre, Spiritum veritatis, qui a Patre procedit, ille testimonium perhibebit de me».

Καί τό Novum Testamentum (Theo. Bezae, Londini MCMLXV) ἔχει: «Quum autem venerit advocatus ille, quem ego mittam vobis a Patre, Spiritus, inquam, ille veritatis, qui a Patri emanat, ille testabitur de me».

Κατόπιν τούτων εὔκολο καί εὔλογο ἦταν νά παρασυρθοῦν καί πολλές εὐρωπαϊκές μεταφράσεις. Πρός ἀπόδειξη τούτου παραθέτουμε καί τό κείμενο τριῶν γερμανικῶν μεταφράσεων ἐνδεικτικῶς, οἱ ὁποῖες μᾶλλον ἀπό τό λατινικό κείμενο ἐξαρτῶνται παρά ἀπό τό ἑλληνικό πρωτότυπο κείμενο τοῦ Ἰω. 15,26: 

1) Das Neue Testament (Eb.-Er. Nestle u. K. Aland, Stuttgart 195716, σελ. 280: «Wenn aber der Tröster kommen wird, welchen ich euch sendem werde vom Vater, der Geist der Wahrheit, der vom Vater ausgeht, der wird zeugen von mir».

2) Die Gute Nachricht, Das Neue Testament in heutigem Deutsch, Deutsche Bibelstiftung, Stuttgart 19764, σελ. 256: «Der Stellvertreter wird kommen, Es ist der Geist der Wahrheit, der vom Vater kommt. Ich werde ihn zu euch senden . . . ».

3) Neues Testament, Herder Bücherei, Freiburg im Breisgau, 19615, σελ. 125: «Wenn der Helfer kommt, den ich euch vom Vater her senden werde, der Geist der Wahrheit, der vom Vater ausgeht, der wird vom mir zeugen».

Καί αὐτή ἡ ἁπλούστευση ἤ μᾶλλον συμμόρφωση καί ἐξομοίωση ὅλων τῶν ἀνωτέρω μέ τό a (= ἀπό) ἔχει τέτοια ἐπίπτωση στήν ὀρθή ἑρμηνεία τοῦ Ἰω. 15,26, ὥστε ἀκόμη καί ὁ διαπρεπής καθηγητής τῆς Δογματικῆς M. Schmaus νὰ ἀναγκαστεῖ νά γράψει: «Wenn die Schrift (Jo 15,26) sagt, daß der Heilige Geist vom Vater hervorgeht, so ist das nicht im ausschließlichen Sinn zu verstehen. Es bedeutet viel mehr, daß alles, was der Sohn hat, vom Vater ist, also auch das Hauchen» (Katholische Dogmatik, Band I, München 19606, σελ. 477).

Ἐμφανής, λοιπόν, εἶναι ἡ ἐξάρτηση ἀπό τό λατινικό κείμενο τῶν μεταφράσεων. Ἀντί νά παρασυρθοῦν ἀπό τίς μεταφράσεις καί νά «διορθώσουν» τό Σύμβολο, ἐννοώντας τό ἀπό καί προσθέτοντας τό Filioque, ἔπρεπε νά διορθώσουν τίς μεταφράσεις βάσει τοῦ Συμβόλου, βάσει τοῦ ex. Εἴπαμε οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων (καί μιά τέτοια εἶναι καί τό Σύμβολο τῆς Πίστεως) εἶναι οἱ αὐθεντικοί ἑρμηνευτές τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

Ἐφ’ ὅσον ἀγνοήθηκαν αὐτά, ἀπό ἐκεῖ καί πέρα εὔκολο ἦταν νά πᾶνε στό procedere μέ τήν ἔννοια τοῦ ἐξέρχεσθαι-προχέεσθαι καί ὄχι τοῦ πηγάζειν. Καί φυσικά τό ἑπόμενο βῆμα ἦταν ἡ προσθήκη τοῦ Filioque. 

Τό ἄλλο δυστύχημα ὅμως εἶναι ὅτι καί Ἕλληνες μεταφραστές ἀποδίδουν τήν πρόθεση παρά τοῦ Ἰω. 15,26 μέ τήν πρόθεση ἀπό. Ἀκόμη καί οἱ Τρεμπέλας καί Κολιτσάρας, ὅπως εἴδαμε, καί αὐτοί ἐν μέρει (τή μία φορά ἀπό τίς δύο πού ὑπάρχουν στό Ἰω. 15,26) ἀποδίδουν τήν παρά ἐπιτυχῶς. Ὁ μέν Παν. Τρεμπέλας μέ τό «ἀπό τούς κόλπους» δηλ. ἀπό μέσα ἀπό, ἀμέσως, ὁ δέ Κολιτσάρας μέ τό «ἐκ μέρους».

Αὐτό τό φαινόμενο τῶν ἁπλουστευμένων μεταφράσεων ὀφείλεται στήν ἐπίδραση τῶν ξένων μεταφράσεων στούς Ἕλληνες μεταφραστές ἤ στήν ἁπλούστευση καί «πτώχευση» τῆς νεότερης Ἑλληνικῆς Γλώσσας; Ἄγνωστο. Πάντως μέ αὐτό τό γεγονός οἱ Ἕλληνες ἑρμηνευτές ἀντί νά τίθενται στήν πρωτοπορία καί τή διακονία τῆς ὀρθῆς ὑποδείξεως καί ἀποδόσεως τῶν Γραφῶν καί στίς ἄλλες γλῶσσες ἀπό τούς ἑρμηνευτές τους, τούς ἐγκαταλείπουν ἀβοήθητους νά ἐπαναπαύονται ἤ νά παρασύρονται σέ παρερμηνεῖες.

Καί ἐπίσης μπορεῖ νά μή γνωρίζουμε ἀκριβῶς ποιός καί πῶς παρέσυρε ὁ ἕνας τόν ἄλλο, ἤ ἄφησε νά παρασυρθεῖ, καί πόσο εὐθύνεται ὁ καθένας γι’ αὐτό, ὅμως ἕνα πρᾶγμα ἀναδεικνύεται καί ἀπό τήν Ἱστορία τῶν εὐρωπαϊκῶν λαῶν: Ὅτι οἱ φραγκόφωνοι πιστοί ἀπό τή μιά μεριά μέ τίς γλωσσικές τους ἀδυναμίες (ἀνυπαρξία λεπτότατων γλωσσικῶν διακρίσεων) καί ἀπό τήν ἄλλη μέ τήν πολιτική τους καί στρατιωτική τους δύναμη παρέσυραν τούς Λατίνους καί παραθεώρησαν καί τό ἐκ (ἐκ τοῦ Πατρός) τοῦ ἑλληνικοῦ κειμένου τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως καί τό ex (ex Patre) τοῦ δικοῦ τους λατινικοῦ κειμένου καί ὁδηγήθηκαν ἰσοπεδωτικῶς ἀπό τό a (= ἀπό). 

Γι’ αὐτό καί τώρα ἔχουν καθῆκον ὅλες οἱ πλευρές, ἑλληνόφωνοι καί λατινόφωνοι καί φραγκόφωνοι, νά διερευνήσουν τήν ὀρθή ἑρμηνεία τοῦ χωρίου τοῦ Ἰω. 15,26 καί νά βοηθήσουν ἀλλήλους στήν κατανόηση καί ἀποδοχή καί ὁμολογία αὐτῆς τῆς ἀλήθειας καί διά τῶν διορθωμένων Γραφῶν καί διά τοῦ ὀρθοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως. Γιά μιά τέτοια διόρθωση καί ἐπανόρθωση καί τή σχετική διαδικασία εἴχαμε κάνει ἐκτενή λόγο καί στήν κυρία γνωμοδότηση. Πάντως μέ ὅλα τά ἀνωτέρω στοιχεῖα ἐνισχύονται ἐκεῖνα, τά ὁποῖα εἴχαμε γράψει σχετικά μέ τό Filioque στήν ἐν λόγῳ ἐκτενή γνωμοδότηση.

Ἐν πάσῃ περιπτώσει καί ἀπό τήν περίπτωση τῆς μεταφράσεως τοῦ ἐδαφίου Ἰω. 15,26 ἀποδεικνύεται ἐκεῖνο πού λέει ὁ α΄ κανόνας τοῦ Διονυσίου Ἀλεξανδρείας: «Οὐ μικρόν ἐν βίῳ τό παραμικρόν». Γι’ αὐτό ἐπίσης καί ὁ ιστ΄ κανόνας τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ὑποδεικνύει: «Πρόσεχε οὖν ἀκριβῶς τῇ Γραφῇ καί αὐτόθεν εὑρήσεις τήν λύσιν τοῦ ζητήματος». Καί αὐτά εἶναι ὀρθά, γιατί ἀκόμη καί ἡ παραμικρή λέξη ἤ συλλαβή δέν ἔχει μικρή σημασία γιά τήν ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειας, «οὐδέ βραχεῖαν συντέλειαν (= ὠφέλειαν) εἰς τήν τοῦ μυστηρίου δύναμιν εἰσφέρεται», κατά τόν Ϟα΄ κανόνα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Ὁ Μέγας Βασίλειος μάλιστα ἀλλοῦ παρατηρεῖ: «Τό γάρ μή παρέργως ἀκούειν τῶν θεολογικῶν φωνῶν, ἀλλά πειρᾶσθαι τόν ἐν ἑκάστῃ συλλαβῇ κεκρυμμένον νοῦν ἐξιχνεύειν, οὐκ ἀργῶν εἰς εὐσέβειαν, ἀλλά γνωριζόντων τόν σκοπόν τῆς κλήσεως ἡμῶν· ὅτι πρόκειται ἡμῖν ὁμοιωθῆναι Θεῷ, κατά τό δυνατόν ἀνθρώπου φύσει. Ὁμοίωσις δέ, οὐκ ἄνευ γνώσεως· ἡ δέ γνῶσις οὐκ ἐκτός διδαγμάτων. Λόγος δέ διδασκαλίας ἀρχή· λόγου δέ μέρη, συλλαβαί καί λέξεις. Ὥστε οὐκ ἔξω σκοποῦ γέγονε τῶν συλλαβῶν ἡ ἐξέτασις».

Κατόπιν ὅλων τῶν ἀνωτέρω θά θέλαμε νά παρατηρήσουμε καί τά ἑξῆς: Βλέπουμε τήν ἀκριβολογία καί τήν ὑπεροχή τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἐν συγκρίσει καί πρός μεγάλες μορφές καί παράγοντες τῆς Ἐκκλησίας. Τώρα, ἄν οἱ συγγραφεῖς τῆς Ἁγίας Γραφῆς γνώριζαν τόσο καλά τή γραμματική καί τό συντακτικό τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, δέν ἔχουμε τό δικαίωμα νά τό ἀποκλείσουμε, ἀλλά ἔχουμε τό δικαίωμα νά τό ἀμφισβητήσουμε.

Γιά τούς λόγους αὐτούς μήπως, λοιπόν, εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά δεχθοῦμε ὅτι οἱ μέν Ἀπόστολοι καί συγγραφεῖς τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἦσαν πράγματι θεόπνευστοι, οἱ δέ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων λαμβάνονταν μέ τήν ἐπίνοια καί ἐπιστασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Νομίζουμε ὅτι εἶναι λογικό.

Ἐπίμετρο

Μέσα σέ μιά τέτοια προσπάθεια καί ἐπιδίωξη, νομίζουμε, ὅτι ἔχει θέση καί ἡ προτροπή τοῦ Κυρίου πρός τόν ἐπίσκοπο τῆς «ἐν Λαοδικείᾳ Ἐκκλησίας»: «Συμβουλεύω σοι ἀγοράσαι παρ’ ἐμοῦ χρυσίον πεπυρωμένον ἐκ πυρός ἵνα πλουτήσῃς, καί ἱμάτια λευκά ἵνα περιβάλῃ καί μή φανερωθῇ ἡ αἰσχύνη τῆς γυμνότητός σου, καί κολλύριον ἵνα ἐγχρίσῃ τούς ὀφθαλμούς σου ἵνα βλέπῃς» (Ἀποκ. 3,18).

Ἡ Ἀποκάλυψη λέει αὐτά, γιατί ὁ Κύριος εἶχε ὑποδείξει προηγουμένως στόν ἐπίσκοπο τῆς «ἐν Σάρδεσιν Ἐκκλησίας», πού εἶναι ἴδιος μέ τόν τῆς Λαοδικείας: «Γίνου γρηγορῶν, καί στήρισον τά λοιπά ἅ ἔμελλον ἀποθνήσκειν· οὐ γάρ εὕρηκά σου τά ἔργα πεπληρωμένα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μου» (Ἀποκ. 3,2).

Καί τώρα τίθεται τό ἐρώτημα: Ποῦ γνωρίζουμε, ἐάν, ἔστω ἀσυνειδήτως, ἤ ἀναγκαζόμενος ἀπό τίς ἐξελίξεις, καί ὁ Πάπας δέν ἀκολουθεῖ αὐτές τίς Συμβουλές τοῦ Κυρίου καί ἕνεκα τούτων συναντᾶται μέ τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, τ. ἔ. μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία; Μήπως τό πράττει, γιά νά προμηθευτεῖ καί τό «χρυσίον» καί τά «ἱμάτια» καί τό «κολλύριον», καί γιά νά καταστοῦν καί τά ποικίλα ἔργα του πεπληρωμένα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ;

Καί ἕνα ἄλλο ἐρώτημα: Ἔχουμε ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί τό δικαίωμα νά παρεμποδίσουμε μία τέτοια ἐπιθυμία ἤ καί μία τέτοια ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων, διακόπτοντες τίς ἐπαφές καί τούς διαλόγους, ἐφ’ ὅσον ὑποστηρίζουμε ὅτι ἔχουμε καί διαθέτουμε καί τό «χρυσίον» καί τά «ἱμάτια» καί τό «κολλύριον»;

Καί τρίτο ἐρώτημα: Καί δέν πρέπει νά σκεπτόμαστε ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι Χριστιανοί καί τό πιστό πλήρωμα τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας καί τίς προσδοκίες-ἐπιθυμίες του; Τί φταίει ὁ ἁπλός πιστός καί εἶναι σωστό νά τοῦ στεροῦμε τήν πληρότητα τῶν μυστηρίων (του), στά ὁποῖα θέλει νά συμμετέχει καί νά (μετα)λαμβάνει;

Σύνοψη – Πρόταση

Εἴχαμε προτείνει στήν προηγούμενη ἐκτενή Γνωμοδότηση ὅτι πρέπει νά ἀντικατασταθεῖ στό λατινικό κείμενο τοῦ Ἰω. 15,26 τό ρῆμα procedere, τό ὁποῖο ἔχει δύο ἔννοιες (τοῦ πηγάζειν καί προϊέναι - προέρχεσθαι) μέ τό ρῆμα emanare = πηγάζειν. Σ’ αὐτό μετά τά ἀνωτέρω δεδομένα δέν θά ἐπιμέναμε, ἐπειδή ἀντί τῆς ἤδη χρησιμοποιουμένης προθέσεως a (= ἀπό) μπορεῖ (πρέπει) νά χρησιμοποιηθεῖ ἡ πρόθεση ex  (=ἐκ), ἡ ὁποία προσδιορίζει ἱκανοποιητικά τήν προέλευση-πηγή, τ.ἔ. τόν Πατέρα.

 Τό ἴδιο θά πράτταμε καί γιά τό ἀρχικό λατινικό κείμενο τοῦ Συμβόλου («qui ex Patre procedit» ἤ «ex Patre procedentem»), ἐπειδή ἀπό πολλούς αἰῶνες ἔχει ἐγκριθεῖ καί χρησιμοποιηθεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία καί ἐπειδή στό κείμενο αὐτό τό procedere ἤδη συντάσσεται μέ τό ex (= ἐκ), πού μᾶς ἀνάγει στήν ἔννοια τοῦ ἔσωθεν, τῆς ἄμεσης καταγωγῆς, τῆς πηγῆς, τῆς ἀρχῆς, τῆς αἰτίας, τ.ἔ. στόν Πατέρα. Ἑπομένως τό ἄρθρο αὐτό μπορεῖ νά μείνει ὡς ἔχει. Ὅπως ἄλλωστε εἶχε ἐξ ἀρχῆς καί ἐπί αἰῶνες, καί γιά νά μή δημιουργοῦνται προβλήματα στούς πιστούς.

Σημείωση: Ὡς πρός τό θέμα τῆς ὑπάρξεως στό λατινικό Σύμβολο τοῦ Filioque καί τῆς ἀξιοποιήσεως-ἀναλύσεώς του παραπέμπουμε στήν ἐν λόγῳ προηγούμενη κυρία γνωμοδότηση.

 Παν. Ἰ. Μπούμης

   Ὁμότ. Καθηγητής Παν/μίου Ἀθηνῶν

[1]Ἐκκλησία ΠΗ΄ (2011) 775 ἑξ.

[1]Ἔκδ. Typis Vaticanis 1996.

[1]Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας, Ἑρμηνεία εἰς τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, PG 124,205C.

[1]Πάντως φαίνεται ὅτι ὑπάρχει μεγάλη σχέση καί ἀναλογία στή λειτουργικότητα μεταξύ τοῦ ἑλληνικοῦ ἐκ καί τοῦ λατινικοῦ ex, καθώς καί μεταξύ τοῦ ἑλληνικοῦ ἀπό καί τοῦ λατινικοῦ a (ab). Ὁ J. Humbert (μτφ. Γ. Κουρμούλης) ἤδη, γράφοντας γιά τίς προθέσεις ἀπό καί ἐκ, κάνει λόγο γιά κάποια ἀντιστοιχία καί συμφωνία μεταξύ ἀπό-ab καί ἐκ-ex. (Βλ. σελ. 290§511 καί σελ. 295§521). Πρβλ. καί Θεοφ. Α. Κακριδῆ, Γραμματική τῆς Λατινικῆς Γλώσσης, (Μέρος Β΄, Συντακτικόν), Ἐν Ἀθήναις, χ.χ., σελ. 99 καί 163-165, ὡς καί Ἀντ. Βράκα, Ἡ Γραμματική τοῦ λατινικοῦ λόγου, ἐκδ. «Ἔννοια», Ἀθήνα 2008, σελ. 178 καί 185 (γιά τό α-αβ) καί σελ. 179 καί 187 (γιά τό e-ex).

[1]Γ. Ράλλη – Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα τῶν θείων καί ἱερῶν κανόνων, τόμ Δ΄, Ἀθήνησιν 1854, σελ. 4.

[1]Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τόμ Δ΄, σελ. 136. Βεβαίως, αὐτή ἡ ἀκριβολογία μή νομιστεῖ ὅτι παραμερίζει τήν ἔρευνα τῆς διάνοιας τῶν κειμένων. Ἀντιθέτως τήν διασφαλίζει καί τήν ἐνισχύει, γιατί ὁ αὐτός Μέγας Βασίλειος στόν ιη΄ κανόνα του λέει: «Προσέχειν ἀκριβῶς τῷ κατ' ἔννοιαν φαινομένῳ πράγματι, καί τῇ τῆς Γραφῆς διανοίᾳ . . . » (ὅπ. παρ., τόμ. Δ΄, σελ. 140).

[1]Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τόμ. Δ΄, σελ. 287.

[1]Μεγάλου Βασιλείου, Περί τοῦ Ἁγίου Π

 

Η ώρα είναι...

Η προσευχή δεν είναι

μια λειτουργία μηχανική,

αλλά μια συνάντηση

με τον Θεό

μια συνομιλία μαζί του.

Το video της εβδομάδος

Λιτανεία Αγίου Λουκά

Συμφερούπολη 2016

Στιγμιότυπα από τη λιτανεία της Λάρνακος του Αγίου Λουκά του ιατρού, το Σάββατο 11 Ιουνίου 2016 στη Συμφερούπολη της Κριμαίας.

Φωτογραφία από τα παλιά

kolonakiΚολωνάκι 1930: Οδός Πλουτάρχου.