Μ. Ἑβδομάδα: Θά τήν ἀποδεχθοῦμε ἤ θά τήν ἀρνηθοῦμε

a1Ὁ καθένας ὀφείλει

νά σταθεῖ προσωπικά

στή Μ. Ἑβδοµάδα,

στό Σταυρό

καί στήν Ἀνάσταση.

Νά δεῖ τήν καρδιά του.

 

 

π. Βαρνάβα Γιάγκου

Ἀπό αὔριο ἀρχίζει ἡ Μεγάλη Ἑβδοµάδα (Ἰωάν. ιβ΄ 1-18). Ὁ λαός δοξολογεῖ τό Χριστό γιατί πιστεύει ὅτι εἶναι παντοδύναµος, γιατί πιστεύει ὅτι µπορεῖ νά τοῦ ἱκανοποιήσει τά αἰτήµατα. Ὁ λαός δοξολογεῖ τό Χριστό, γιατί πιστεύει ὅτι µπορεῖ νά τόν κάνει παντοδύναµο, γιατί πιστεύει ὅτι µπορεῖ νά τόν κάνει νά ἐπικυριαρχεῖ, ὥστε νά ἀπολαµβάνει τίς τιµές καί τή δόξα αὐτοῦ τοῦ κόσµου.

Ὅλοι πραγµατικά θαυµάζουµε ἕναν τέτοιο Θεό. Ἕναν Θεό πού µπορεῖ νά μᾶς κάνει δυνατούς, ὥστε νά µποροῦµε νά ἐλέγχουµε τή δική μας ζωή καί τῶν ὑπολοίπων. Τέτοιο Θεό λατρεύουµε. Ἕνα Θεό πού µπορεῖ νά ἰσχυροποιεῖ τή θέλησή μας καί τά δικαιώµατά μας. Ἡ εἴσοδός μας καί ἡ παραµονή μας πολλές φορές στήν Ἐκκλησία ἔγκειται στό γεγονός ὅτι ὑπάρχει αὐτή ἡ προσδοκία. Ὅτι ἐφόσον µπορῶ νά ἔχω ἕναν ἰσχυρό Θεό, µπορῶ νά γίνω κι ἐγώ ἰσχυρός. Ὁ ἑβραϊκός λαός, μέσα σ’ αὐτήν τήν ἀγνωσία του, τέτοιον Θεό περίµενε καί σήμερα οἱ περισσότεροι τέτοιο Θεό δοξολογοῦν. 

 

Γι’ αὐτό τό λόγο δέν εἶναι κατανοητός ὁ Σταυρός τή Μεγάλη Πέµπτη, ὁ Ἐπιτάφιος τή Μεγάλη Παρασκευή. Γι’ αὐτό γίνεται σκάνδαλο, γι’ αὐτό ἐγκαταλείπεται ὁ Χριστός. 

 

Ἡ ὕπαρξη τοῦ Χριστοῦ στόν κόσµο δέν εἶναι ἕνα ἱστορικό γεγονός πού συνέβη κάποτε, ἀλλά εἶναι ἕνα πνευµατικό γεγονός αἰώνιο. Ὅσο ὅµως ὁ ἄνθρωπος μένει στή δύναµή του, δέν µπορεῖ νά λατρέψει τόν ἀληθινό Θεό. Μόνον ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος ἀρνεῖται τή δύναµή του κι ἀποδέχεται τήν ἀγάπη καί τή συµφιλίωση, µπορεῖ νά ἀναγνωρίσει στό πρόσωπο τοῦ σταυρωθέντος Χριστοῦ τήν παντοδυναµία του. 

 

Αὐτό δέν εἶναι ἕνα διανοητικό κατασκεύασµα, ἀλλά μιά ὑπόθεση ζωῆς, μιά ἀγωγή ζωῆς. Τό ζήτηµα δέν εἶναι ἄν κάνουµε καλές ἤ ἄσχηµες πράξεις, ἀλλά τί ἀγωγή καί τί ἦθος ζωῆς ἔχει διαµορφωθεῖ μέσα μας. Ἡ ἀγωγή τοῦ Σταυροῦ ἤ ἡ ἀγωγή τῆς παντοδυναµίας μας; Ἡ ἀγωγή τῆς σχέσης καί τῆς ἑνότητας ἤ ἡ ἀγωγή τοῦ νόµου καί τῆς ἐπικυριαρχίας;

Ἡ Μεγάλη Ἑβδοµάδα βάζει µπροστά στό ἀνθρώπινο γένος, µπροστά στήν ἀνθρώπινη ἐλευθερία, αὐτό τό δίληµµα: Θά ἐπιλέξουµε νά λατρέψουµε τή δύναµή μας, πού µπορεῖ νά πάρει καί μιά θρησκευτική µορφή, ἤ θά λατρέψουµε τόν Σταυρωθέντα Χριστό, ὁ ὁποῖος ἑκούσια πάσχει γιατί εἶναι παντοδύναµος, γιατί δέν φοβᾶται τήν ἀδυναµία, γιατί μᾶς ἀγαπᾶ ἀπεριόριστα;

Ὅσο ὁ ἄνθρωπος μένει ἐγκλωβισµένος στά δικαιώµατά του, δέν ἔχει καµία σχέση μέ τόν σταυρωθέντα Χριστό. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος μένει καθηλωµένος στή σκέψη του, δέν µπορεῖ νά γευτεῖ τήν Ἀνάσταση. 

 

Ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει γιά νά μᾶς δώσει αὐτή τήν ἀγωγή τοῦ Σταυροῦ κι αὐτή τή γεύση τῆς ζωῆς, τή γεύση τῆς Ἀναστάσεως. Ἐάν δέν ζοῦµε µ’ αὐτό τό λογισµό, µ’ αὐτόν τόν πόθο καί µ’ αὐτή τήν ἀναφορά, καθίσταται χαµένος ὁ χρόνος μέσα στήν Ἐκκλησία, καί μάλιστα ἐπικίνδυνος χρόνος, γιατί νοµίζουµε πώς γνωρίζουµε τό Θεό καί ἐξ αὐτοῦ δέν προχωροῦμε στήν ἀναζήτηση. Ἐντέλει ἀγνοοῦµε τά πάντα. Ἄρα, ἐδῶ, ἀπό αὔριο πού ξεκινᾶ ἡ Μ. Ἑβδοµάδα, πρέπει ὁ καθένας νά πάρει νέα ἀπόφαση ζωῆς. 

Θά ἀγαπήσει τό Σταυρό ὡς πηγή ζωῆς ἤ θά τόν ἀρνηθεῖ ὡς αἰτία σκανδάλου καί µωρίας; Θά ἐπιλέξει νά στερηθεῖ ἕνα κοµµάτι τοῦ ἑαυτοῦ του, γιά νά τό δώσει στόν ἀδελφό του; Θά δεχτεῖ νά περιορίσει τό χῶρο του, γιά νά µπορεῖ νά ἀναπνέει πιό ἄνετα ὁ ἀδελφός του; Θά δεχτεῖ νά ἀρνηθεῖ τή δική του δύναµη καί νά γίνει ὁλόκληρος μιά συντριβή, προσδοκώντας μέ αὐτή τή συντριβή νά ζυµώσει ὁ Χριστός ἐντός του τόν ἀνακαινισμένο ἄνθρωπο.

 

Τά μέτρα τῆς πνευµατικῆς ζωῆς καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξης δέν ἀντέχουν στή δική μας λογική καί ἀντίληψη. Καµία λογική δέν δέχεται πόρνη νά πλένει τά πόδια τοῦ Χριστοῦ καί μάλιστα νά ἐπαινεῖται. Νά γίνεται παράδειγµα αἰώνιο μέσα στόν εὐαγγελικό λόγο. Καµία λογική δέν µπορεῖ νά δεχτεῖ μαθητή πού νά προδίδει. Καµία ἠθική λογική, κανένας ἀνθρώπινος καθωσπρεπισµός δέν ἀντέχει νά γίνεται πρῶτος οἰκήτωρ τοῦ παραδείσου ληστής. Καί αὐτό συντελεῖται μέ τή δύναµη τοῦ Σταυροῦ. 

Ὁ Χριστός ἀνατρέπει ὅλο αὐτό τό σύστηµα, γιατί ἐπιδιώκει νά ἀναδείξει τή φυσική κατάσταση, ὅτι ἔχει δηλαδή ὕπαρξη. Τό κακό, ὡς στέρηση τοῦ καλοῦ, ἔχει ἀρνητικό περιεχόμενο, δέν ἔχει ὑπόσταση. Ὁ Χριστός παρακάμπτει τό ἐπιφαινόμενο πού τό χαρακτηρίζουν οἱ ἁμαρτωλές πράξεις καί στρέφεται στήν ἀγαθότητα τῆς καρδιᾶς.

 

Αὐτό πού φαίνεται ἐξωφρενικό καί µπορεῖ νά λέµε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἐπαναστατικός, δέν εἶναι ἡ οὐσία, δέν εἶναι ἡ Ἀλήθεια. Δέν ἦρθε ὁ Χριστός γιά νά μᾶς πεῖ: «νά, ἐγώ κατοχυρώνω καί καταξιώνω τήν πόρνη καί τό ληστή». Μόνοι τους ἡ πόρνη καί ὁ ληστής καταξιώνονται διά τῆς μετανοίας καί συγκλονίζει τά βαθύτατα τῆς καρδιᾶς τους. Ὁ Χριστός βγάζει πέρα ἀπό τό ἐπιφαινόμενο τῶν πράξεων τήν καρδιά μας. 

 

Καί ποιά καρδιά µπορεῖ νά ἀποδεχτεῖ τό Χριστό; Ἡ ταπεινή καρδιά, ἡ καρδιά πού ποθεῖ. Ἡ καρδιά πού δέν ἔχει στερέψει ἀπό τήν ἱκανότητα νά ποθεῖ, νά γεύεται καί νά ἀπολαµβάνει. Ἡ νεκρή καρδιά, ἡ φίλαυτη καρδιά, εἶναι αὐτή πού εἶναι ἀνίκανη πλέον νά χαίρεται, πού εἶναι ἀνίκανη νά πονᾶ, ἀνίκανη νά ἀντιλαµβάνεται, πού εἶναι ἀνίκανη νά προσδοκᾶ καί νοιώθει κουρασµένη. Μιά πόρνη καρδιά εἶναι λιγότερο ἁµαρτωλή ἀπό μιά κουρασµένη καρδιά, πού δέν ἔχει ὄρεξη γιά τή ζωή, πού δέν ἀναζητᾶ καί συµβιβάζεται πίσω ἀπό τά θρησκευτικά συστήµατα.

 

Ὁ Χριστός δέν ἦρθε νά κάνει ἁπλῶς αὐτή τή ρήξη, κάτι ἐντυπωσιακό, ἀλλά νά ἀναδείξει τό ἐντυπωσιακό, πού ὑπῆρχε μέσα μας, τήν ἀλήθεια. Ὁπότε ἡ Μ. Ἑβδοµάδα εἶναι τό μεθόριο τῆς κρίσεώς μας. 

 

Ὁ καθένας ὀφείλει νά σταθεῖ προσωπικά στή Μ. Ἑβδοµάδα, στό Σταυρό καί στήν Ἀνάσταση. Νά δεῖ τήν καρδιά του. Νά δεῖ τό μαθητή πού ἀρνεῖται τό Χριστό, πού ἁπλῶς µεταµελεῖται καί δέν µετανοεῖ, γιατί δέν ἐµπιστεύεται τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Νά δεῖ καί τόν ἄλλο μαθητή πού προδίδει κι αὐτός τό Χριστό, ἀλλά κλαίει πικρῶς καί γίνεται ὁ πρῶτος τοῦ παραδείσου. Νά δεῖ καί τήν πόρνη, πού τήν τιµᾶ ὁ Χριστός καί τῆς δίνει τίς προϋποθέσεις µετανοίας μέσα ἀπό τό συµπαθές καί φιλάνθρωπό Του χάδι. Ἑποµένως, ἡ µεγαλύτερη ἀνοησία μας εἶναι νά εἴµαστε ἐγκλωβισµένοι στούς λογισµούς μας, στίς ἁµαρτίες μας καί στίς ἀπογνώσεις μας. 

Δύο εἶναι οἱ τεράστιες ἁµαρτίες πού ὑπάρχουν στόν ἄνθρωπο: Ἡ ἀπόγνωση ἀπό τή μία, πού εἶναι προσβολή στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καί ἡ σκληροκαρδία ἀπό τήν ἄλλη. Τούς σκληρόκαρδους ὁ διάβολος τούς ἐνισχύει στήν ἀρετή, γιά νά ἔχουν τή δυνατότητα νά παραµένουν σκληρόκαρδοι, νά κατακρίνουν, χωρίς νά ἔχουν τό µυστήριο καί τή χαρά τῆς ἑνότητας καί τῆς κοινωνίας. Καί τούς εὐαίσθητους τούς πολεµᾶ ὁ διάβολος ἐξ ἀριστερῶν καί τούς ὁδηγεῖ στήν ἁµαρτία, γιά νά φθάσουν στήν ἀπόγνωση.

Ἀλλά καί στίς δύο διαστροφές, στήν ἀπόγνωση καί στή σκληροκαρδία, ἡ ρίζα εἶναι κοινή, ὅτι ἀρνούµεθα νά ἀποδεχτοῦµε ὅτι πηγή τῆς ζωῆς μας δέν εἶναι ὁ ἑαυτός μας ἀλλά ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ μας. 

 

Ἡ πηγή τῆς ζωῆς μας καί ἡ σωτηρία μας εἶναι ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ μας, ὄχι ἔτσι τυχαῖα. Μποροῦσε νά μᾶς σώσει καί μέ ἄλλο τρόπο ὁ Χριστός, ἀλλά ἐπέλεξε τόν πιό ἀναξιοπρεπή τρόπο, γιά νά µπορεῖ κι ὁ πιό ἀναξιοπρεπής νά ἐλπίζει ὅτι μπορεῖ νά Τόν προσεγγίσει.  Μποροῦσε καί μέ ἄλλο τρόπο ὁ Χριστός νά μᾶς σώσει, μέ ἕναν παντοδύναµο τρόπο. Ἐπιλέγει ὅµως τό Σταυρό, γιά νά μάθουµε κι ἐµεῖς νά σταυρωνόµαστε γιά τόν ἄλλον. Γιά νά μᾶς ἀποδείξει ὅτι ἡ ἀγάπη ἐκφράζεται μέ τόν λεπτό τρόπο τῆς διακονίας τοῦ πλησίον, ὅπως ἦταν αὐτός τοῦ πλυσίµατος τῶν ποδιῶν τῶν μαθητῶν Του, ἀναλώνεται στή διακονία τοῦ ἀδελφοῦ μας, στήν προσφορά, στό ἄνοιγµα. Τό κλείσιµο, ἡ σκληροκαρδία εἶναι θάνατος, ὅσο ἠθικός κι ἄν εἶναι ὁ ἄνθρωπος. 

 

01Από το βιβλίο

«ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ» 

π. Βαρνάβα Γιάγκου,

που πρόσφατα κυκλοφορήθηκε 

από τις εκδόσεις «ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ»

(τηλ.: 210 9310605).