Μή βιαστοῦμε νά καταδικάσουμε κανέναν!

a3῎Ας ἀφήσουμε τόν Θεό

νά κρίνει τούς ἀνθρώπους,

γιατί ἐμεῖς ἄδικα θά κρίνουμε

καί θά πάρουμε

βάρος στήν ψυχή μας...

 

 

Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ιγνατίου

Κάθε Μεγάλη Τρίτη ἡ ᾿Εκκλησία μᾶς προσφέρει τό μεγάλο ποίημα, τό ἀποκορύφωμα τῆς ποιητικῆς τελειότητος, τό ποίημα τῆς ῾Αγίας Κασσιανῆς, πού πολλοί πίστεψαν ὅτι ὑπῆρξε ἁμαρτωλή.

῾Υπῆρξε μοναχή καί ἁγία. ᾿Αλλά ἐξέφρασε στά ποιήματά της καί στούς ὕμνους της, τό δράμα τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς.

῾Ο Κύριος καλεῖται στό σπίτι ἑνός Σίμωνος καί δέχεται τήν πρόσκληση.

Φαίνεται ὅμως ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός δέν κάλεσε τόν Κύριο γιατί πίστεψε στούς λόγους του, οὔτε γιατί Τόν ἀγαποῦσε ἀληθινά· μᾶλλον ἤθελε νά δείξει στούς ἄλλους ὅτι ἔχει τή δύναμη νά φέρει τό Διδάσκαλο στό δικό του σπίτι. Καί κάλεσε καί τούς φίλους. Πρέπει δέ νά ἦρθαν καί κάποιοι περίεργοι. Καί γέμισε ὁ οἶκος.

Καί ἦταν ὁ Χριστός ἐκεῖ φιλοξενούμενος. Κι ἐνῶ ὅλοι περίμεναν ν’ ἀκούσουν τούς λόγους Του, νά δοῦν τό Διδάσκαλο πού κάνει καί θαύματα, ἐμφανίζεται μιά γυναίκα.

 

Φαίνεται ὅτι αὐτή ἡ γυναίκα εἶναι σέ ὅλους γνωστή. Τήν ξέρουν καλά. Εἶναι ἡ πόρνη τῆς γειτονιᾶς. Τήν βλέπουν καί, θἄλεγε κανείς, κάποιοι τρομάζουν, κάποιοι ὀπισθοχωροῦν γιά νά μήν τήν ἀκουμπήσουν κἄν, κάποιοι γουρλώνουν τά μάτια... ἴσως ἐπιχειροῦν καί νά τήν ἐμποδίσουν... ἀλλά αὐτή ἐπιμένει... ᾿Επιμένει νά προχωρεῖ γιά νά μπεῖ μέσα στό σπίτι.

Κι ἔτσι κι ἔγινε! Εἰσέρχεται στό σπίτι καί τρέχει καί ἀγκαλιάζει τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μπροστά στά ἔκπληκτα μάτια ὅλων ὅσων παρευρίσκονται.

Καί ὁ Κύριος τήν ἀφήνει! Τήν ἀφήνει νά ξεπλέξει τά μαλλιά της, νά βγάλει μύρο, νά τό περιχύσει στά πόδια Του, νά τά σφουγγίσει μ’ αὐτά τά μαλλιά μέ τά ὁποῖα, φαίνεται, προσείλκυε τούς ἄνδρες, καί μέ δάκρυα νά φιλεῖ τούς πόδας τοῦ Κυρίου ζητώντας νά τή συγχωρήσει.

Κι ἔτσι καί ἔγινε! ῾Ο Κύριος συγχώρεσε αὐτή τή γυναίκα. ῾Ο Χριστός ἀντελήφθη ὅτι ὅλοι ἀναρωτιόντουσαν· «Μά εἶναι δυνατόν ὁ Διδάσκαλος;». Καί τότε στράφηκε καί εἶπε σ’ αὐτόν πού τόν εἶχε καλέσει· «᾿Εσύ μέ κάλεσες στό σπίτι σου, κι ἔπρεπε νά μοῦ δώσεις ἀσπασμό καί δέν μοῦ τόν ἔδωσες· αὐτή ἡ γυναίκα ἀσπάσθηκε τά πόδια μου. ᾿Εσύ ἔπρεπε, ὅπως λέγει ἡ φιλοξενία, νά μοῦ πλύνεις τά πόδια γιά νά μπῶ στό σπίτι σου, καί δέν τό ἔκανες. Αὐτή ἡ γυναίκα πλένει μέ δάκρυα τά δικά μου πόδια. Καί εἶναι δάκρυα μετανοίας. ᾿Εσύ δέν ἀγάπησες· αὐτή συγχωρέθηκε γιατί πολύ ἀγάπησε».

Αὐτό εἶναι τό περιστατικό πού παίρνει ἡ ῾Αγία Κασσιανή καί πλέκει αὐτούς τούς περίφημους ὕμνους καί δείχνει αὐτό πού σήμερα καταγράφεται σέ τούτη τήν ᾿Ακολουθία. Αὐτό πού εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. ῞Οτι «πόρνες καί ἁμαρτωλοί προάγουσι ὑμᾶς εἰς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν».

 

Γιατί; Γιατί αὐτοί ἔχουν συνείδηση τῆς ἁμαρτίας. Κι ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα καί ἡ στιγμή καί βροῦν τόν ἑαυτό τους, τότε ξέρουν τί σημαίνει ἀληθινή καί μεγάλη μετάνοια· κι αὐτό σώζει!

᾿Αντιθέτως, αὐτοί πού ἔχουν πίστη στόν ἑαυτό τους, αὐτοί πού δέν τούς δόθηκε εὐκαιρία νά ἁμαρτήσουν τόσο φανερά στά μάτια τῶν ἀνθρώπων, πολλές φορές μένουν ράθυμοι, βασισμένοι στόν ἐγωισμό καί στήν αὐτάρκεια, πιστεύοντας ὅτι εἶναι ἄξιοι τῆς σωτηρίας, καί, δυστυχῶς, χάνουν τήν εὐκαιρία νά γίνουν πολίτες τῆς Βασιλείας, γιατί δέν νοιώθουν ποτέ μέσα τους ἀληθινή μετάνοια καί μεγάλη ἀγάπη γιά τόν Χριστό.

Βαδίζουμε στήν ῾Αγία καί Μεγάλη ῾Εβδομάδα καί ἡ ῾Αγία μας ᾿Εκκλησία, μέ τούς ὕμνους αὐτούς θέλει ἀκριβῶς νά μᾶς ἐπισημάνει τό γεγονός τῆς μετανοίας στή ζωή μας γιά ἄλλη μιά φορά.

Μπορεῖ νά μήν ἔχουμε τίς ἁμαρτίες πού εἶχε ἐκείνη ἡ γυναίκα, ἀλλά ποιός τολμᾶ νά πεῖ ὅτι στήν ψυχή του δέν ἔχει ἀνάλογες καί μεγαλύτερες ἁμαρτίες;

 

Ποιός τολμᾶ νά πεῖ ὅτι τήρησε πάντοτε τό Λόγο καί τό Νόμο τοῦ Θεοῦ στή ζωή του;

Ποιός τολμᾶ νά πεῖ ὅτι μπόρεσε νά ἀγαπήσει ὅσο θἄπρεπε νά ἀγαπήσει τούς ἀνθρώπους;

Ποιός τολμᾶ νά πεῖ ὅτι δέν ὑπῆρξαν στιγμές ραθυμίας καί πτώσεως;

Ποιός τολμᾶ νά πεῖ ὅτι δέν ἔχει βάρος στήν καρδιά του, γιατί ἀθέτησε αὐτά πού ὁ Θεός ζητάει ἀπό μᾶς;

Εἴμαστε ἀκριβῶς στήν ἴδια μοίρα, καί πολλές φορές πολύ χειρότερη, γιατί ἐκείνη εἶχε ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτίας της καί βρῆκε τό δρόμο καί τό θάρρος καί ταπεινώθηκε στά μάτια τῶν ἄλλων.

Εἶχε τήν τόλμη ν’ ἀνοίξει δρόμο γιά νά περάσει προκειμένου νά φθάσει στόν Διδάσκαλο καί νά ζητήσει τή μετάνοια.

῎Εχυσε δάκρυα, πού ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά χύσουμε, γιατί ἔχουμε πίστη στόν ἑαυτό μας.

Γονάτισε καί σφόγγισε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ ἐμεῖς στεκόμαστε ὄρθιοι γιατί ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στόν ἑαυτό μας.

Δέν εἶπε λόγια, οὔτε μεγάλα οὔτε τρανά. Μόνο ἔκλαψε, κι ἔλαβε τή συγχώρηση.

Καί θἄρθει λίγο μετά, ἐπάνω στόν Γολγοθᾶ, ὁ ληστής καί θά «ληστέψει» καί τόν Παράδεισο. Γιατί κι αὐτός ἀκολούθησε τά ἴδια βήματα, τῆς μετάνοιας καί τῆς ταπείνωσης, ζητώντας τό ἔλεος τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτός εἶναι ὁ δρόμος τῆς σωτηρίας.

Δέν μᾶς σώζουν τά καλά μας ἔργα· αὐτά εἶναι ὁ καρπός τῆς ἀγάπης μας.

Δέν μᾶς σώζουν οἱ μεγάλες προσευχές· αὐτή εἶναι ἡ φωνή μας πρός τόν Θεό.

Μᾶς σώζει ἡ ἀληθινή μετάνοια! ῾Η συνείδηση τῆς ἁμαρτωλότητός μας. ῾Η ταπείνωση μπροστά στά μάτια τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων. Τό βάπτισμά μας, καί πάλιν καί πολλάκις, στό μυστήριο τῆς μετανοίας καί τῆς ἐξομολογήσεως. Στήν χάρη τοῦ Θεοῦ.

᾿Εκεῖ εἶναι ἡ σωτηρία μας! Αὐτός εἶναι ὁ δρόμος μας!

Καί εἶναι ὁ δρόμος πού ὁδηγεῖ μέσα ἀπό τόν Γολγοθᾶ σ’ αὐτό πού μᾶς περιμένει, στόν κενό τάφο, στήν ᾿Ανάσταση, στή νίκη τοῦ θανάτου, στήν κατάργηση τοῦ ῞Αδη, στήν κληρονομιά τῆς αἰωνιότητας· γιατί ἐκεῖ μετά ὑπάρχει ἀγάπη, ὑπάρχει συγχώρηση, ὑπάρχει τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ πού κοινωνοῦμε. Τό ἀναστημένο, τό ἀναμάρτητο, πού γίνεται καί δικό μας σῶμα, γιατί τότε τό ἀξίζουμε! ῞Οταν ἔχουμε ἀκολουθήσει τά βήματα αὐτῆς τῆς γυναίκας.

Μή βιαστοῦμε νά καταδικάσουμε κανέναν. Πολλές φορές, καί μάλιστα ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι τῆς ᾿Εκκλησίας, ὑψώνουμε τό χέρι γιά νά καταδικάσουμε ἀνθρώπους.

῎Οχι! ῾Ο Χριστός μᾶς ἔδειξε ὅτι αὐτοί μᾶς προάγουν στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

Μή βιαστεῖ κανείς νά πεῖ ποιός εἶναι γιά τήν Κόλαση καί ποιός γιά τόν Παράδεισο. ῎Ας ἀφήσουμε αὐτό τό ἔργο στά χέρια τοῦ Θεοῦ. ᾿Εμεῖς ξέρουμε τό δρόμο τῆς δικῆς μας σωτηρίας, Αὐτός ξέρει τό δρόμο τῆς σωτηρίας ὅλων τῶν ἀνθρώπων.

᾿Εμεῖς ἔχουμε τήν εὐθύνη τῆς δικῆς μας ψυχῆς καί πρέπει νά γίνουμε ὁδηγοί τῶν ψυχῶν τῶν ἀνθρώπων, μέσα ἀπό τό δρόμο τῆς μετανοίας καί μόνο ἀπ’ αὐτόν.

 

῎Ας ἀφήσουμε τόν Θεό νά κρίνει τούς ἀνθρώπους, γιατί ἐμεῖς ἄδικα θά κρίνουμε καί θά πάρουμε βάρος στήν ψυχή μας...

Κι ἄς θυμόμαστε πάντοτε ὅτι, ὅπως κρίνουμε, θά κριθοῦμε· ὅπως συγχωροῦμε, θά μᾶς συγχωρήσει· ὅπως ἀγαπᾶμε, θά μᾶς ἀγαπήσει.

᾿Ιδού ὁ δρόμος τῆς λύτρωσης!

Γι’ αὐτό ἡ ᾿Εκκλησία μᾶς καλεῖ νά ἀφήσουμε τή ραθυμία καί νά γευθοῦμε τούς καρπούς τῆς μετανοίας!

 

 

a4Το κείμενο περιέχεται στο βιβλίο

«Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΟΥ ΣΤΑΥΡΩΝΟΥΜΕ» 

Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ιγνατίου

Κυκλοφορείται από τις εκδόσεις 

«ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ»

(τηλ.: 210 9310605).