Οι συλλήψεις ήταν συνηθισμένο φαινόμενο...

a7Τά ἐκτελεστικά

ἀποσπάσματα

δούλευαν

ἀκατάπαυστα...

 

 

Γεωργίου Π. Ἀνσίμωφ

...Πατέρας καί γιός προχωροῦν πρός τήν εἴσοδο τοῦ σπιτιοῦ, καθαρίζουν καλά τά παπούτσια τους γιά νά μή φέρουν τίς λάσπες καί τό χιόνι στό σπίτι. ῾Η πρεσβυτέρα ἑτοίμαζε τό τσάι. Στό τραπέζι εἶχε στρώσει φλυτζάνια, φρυγανιές, μέλι· τίποτε ἄλλο, νηστεία εἶναι.

– Κλεῖστε τήν πόρτα, φυσάει πολύ, φώναξε ἡ μητέρα. 

Πατέρας καί γιός τινάζουν τά ροῦχα γιά νά φύγει τό χιόνι. Κλείνουν τήν πόρτα. ῾Η μητέρα ἔβαλε στήν κανάτα νερό γιά νά πλύνουν τά χέρια τους. Σκουπίστηκαν καί κάθισαν στό τραπέζι. ᾿Αρχίζουν τήν προσευχή «Πάτερ ἡμῶν...». Ξαφνικά ἀκοῦνε χτύπημα στήν πόρτα. Νόμισαν πώς εἶναι ἡ γυναίκα τοῦ Πιότρ Βασίλιεβιτς. ῾Η πρεσβυτέρα πάει νά ἀνοίξει τήν πόρτα. Καί ἀντί νά δεῖ τήν κοντούλα γυναίκα τοῦ νοικοκύρη, ἀντίκρυσε δύο ἄντρες. ῾Ο ἕνας ρώτησε ψυχρά·

– ῾Ο πολίτης ᾿Ανίσιμωφ μένει ἐδῶ;

῾Η πρεσβυτέρα ἔκανε πίσω τρομαγμένη καί φώναξε·

– Παῦλο...

῾Ο π. Παῦλος βγῆκε ἀπό τό δωμάτιο καί πλησίασε στήν πόρτα. Εἶδε τούς δύο ἄγνωστους ἄντρες. ῾Ο ἕνας κοντός μέ στολή καί  μακρύ παλτό, ὁ ἄλλος ψηλός μέ χωριάτικη γούνα. Σκύβουν καί μπαίνουν μέσα.

– ᾿Ανσίμωφ, εἶπε ὁ π. Παῦλος, ὄχι ᾿Ανίσιμωφ.

– Εἴσαστε ὁ Πάβελ Γκεόργκεβιτς; Σωστά; 

– Ναί.

– Τό διαβατήριό σας.

– Ναί ὀρίστε... ᾿Ελάτε μέσα γιά νά κλείσουμε τήν πόρτα, ἔξω κάνει πολύ κρύο.

῾Ο ψηλός μέ τά παγωμένα του δάκτυλα πῆρε τό διαβατήριο καί τό παρέδωσε στόν κοντούλη. Αὐτός ἔψαξε στή λίστα νά βρεῖ τό ὄνομα.

– Ναί σωστά, παράξενο ἐπίθετο ἔχετε. ᾿Εγώ εἶμαι ἀνακριτής τῆς G.Ρ.U.

Τοῦ ἔδειξε τό χαρτί καί συνέχισε.

– ῎Εχω τήν ἄδεια γιά ἔρευνα στό διαμέρισμα.

῎Εδειξε καί ἄλλο χαρτί.

– ᾿Εμένα νά μέ καλεῖτε Μπορίς Μπορίσεβιτς. Θέλουμε καί μάρτυρες. ῎Εχετε γείτονες;

῾Η πρεσβυτέρα ἀπάντησε.

– ῾Ο γείτονάς μας, ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ, ὁ Κορολκώφ, ἀλλά εἶναι πολύ ἄρρωστος.

᾿Αθῶα ψυχή ἡ πρεσβυτέρα. Νόμιζε πώς ἄν δέν ἔχουν  μάρτυρες θά φύγουν αὐτοί οἱ δύο.

– Σύντροφε Ντούπωφ, νά πάτε στούς γείτονες καί νά τούς πεῖτε ὅτι ἡ G.Ρ.U. καλεῖ τούς δύο μάρτυρες. Δείξτε μας ποῦ εἶναι οἱ γείτονες.

῾Ο Ντούπωφ ἄνοιξε τήν πόρτα. ῾Ο π. Παῦλος κοίταξε τό γιό του καί αὐτός, χωρίς  νά ντυθεῖ, ὁδήγησε τόν Ντούπωφ στή διπλανή εἴσοδο, στούς Κορολκώφ. ῾Ο ἀνακριτής πέρασε δίπλα ἀπό τόν π. Παῦλο, μπῆκε στό δωμάτιο καί ρώτησε·

– Πόσα εἶναι τά δωμάτια;

– Δύο καί μία ἀποθήκη.

῾Ο ἀνακριτής κάθισε στή μέση τοῦ δωματίου.

– ᾿Εσεῖς ποιά εἴστε;

– ῾Η γυναίκα του.

– Διαβατήριο. ῾Ο ἄλλος πού βγῆκε ἔξω εἶναι ὁ γιός σας; Πόσο χρονῶν εἶναι;

– Δεκαπέντε. Διαβατήριο δέν ἔχει.

῾Ο π. Παῦλος προχώρησε στό τραπέζι. ῾Ο ἀνακριτής φώναξε.

– Μήν κουνηθεῖς!  Μήν ἀγγίζετε τίποτε. ᾿Από τή στιγμή πού σᾶς ἀνακοινώσαμε ὅτι θά κάνουμε ἔρευνα στό σπίτι σας, δέν ἔχετε δικαίωμα νά ἀγγίξετε κάτι, οὔτε νά μετακινήσετε, οὔτε νά δίνετε ὁ ἕνας στόν ἄλλο κάτι, οὔτε νά ἀνάψετε τίποτα, οὔτε νά βγάλετε τά ροῦχα σας.

Λές καί διάβαζε ἕνα χαρτί ἀπ’ ἔξω, σάν ποίημα ἔδινε τίς ἐντολές ὁ Μπορίς Μπορίσεβιτς. ῾Ο γιός τοῦ π. Παύλου μπῆκε στό σπίτι καί ὁ ἀνακριτής φώναξε.

– Μήν κουνηθεῖς!

Τό παιδί κοκκάλωσε στήν ἀνοιχτή πόρτα. Πίσω του ἀκολουθοῦσε ἡ Τατιάνα Θεοντόροβνα καί ὁ Ντούπωφ. ῾Ο τελευταῖος πλησίασε τόν ἀνακριτή καί τοῦ εἶπε·

– ῾Ο νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ εἶναι ἄρρωστος, ἀλλά θά ἔρθει μαζί  μέ τά χαρτιά του.

῞Ολοι ἦταν ὄρθιοι, δέν κουνιόταν κανείς, ὅπως στό παιδικό παραμύθι γιά τή νεκρή πριγκίπισσα. Περίμεναν νά ἔλθει ὁ Πιότρ Βασίλιεβιτς. ῏Ηλθε τελικά μέ τά διαβατήριά τους τυλιγμένα σέ μιά ἐφημερίδα καί ἕνα κόκκινο πανί. ῾Ο Μπορίς Μπορίσεβιτς κοιτούσε πολλή ὥρα τίς φωτογραφίες καί τά πρόσωπα τῶν μαρτύρων.

– Καθαρίστε τό τραπέζι. ᾿Εσεῖς σύντροφε Ντούπωφ νά γράφετε τό πρωτόκολλο.

῾Ο Ντούπωφ ἔβγαλε ἀπ’ τό ντοσιέ μία κόλλα χαρτί. Πήρε τό  μολύβι κι ἑτοιμάστηκε νά γράψει. ῾Ο Μπορίς Μπορίσεβιτς ἀνακοίνωσε·

– Σύντροφοι μάρτυρες, σᾶς καλέσαμε ἐδῶ γιά νά εἴσαστε μάρτυρες κατά τή διάρκεια τῆς ἔρευνας τοῦ κατηγορουμένου ᾿Ανσίμωφ Παύλου Γκεόργκεβιτς, πού εἶναι ἱερέας τῆς ἐκκλησίας. Πολίτη ᾿Ανσίμωφ, σᾶς προτείνουμε νά παραδώσετε μέ τή θέλησή σας ὅλες τίς ἀντισοβιετικές ἐκδόσεις πού φυλᾶτε στό σπίτι σας.

῾Ο π. Παῦλος ἀπάντησε σταθερά.

– Σᾶς δηλώνω ὅτι δέν ἔχω τίποτε ἀπ’ αὐτά πού ἀναφέρετε.

– Τότε δεῖξτε μας ποῦ ἔχετε τά βιβλία, τίς ἐφημερίδες καί τά ἀντικείμενα ἀξίας. Ποῦ εἶναι τά ροῦχα σας; Μήν ἀγγίζετε τίποτα.

῏Ηταν ἡ τρίτη φορά πού ἔκαναν ἔρευνα στό σπίτι τοῦ π. Παύλου. Μετά ἀπό κάθε ἔρευνα ἀκολουθοῦσε ἡ σύλληψη. ῾Ο π. Παῦλος, πού εἶχε περάσει ὅλες αὐτές τίς διαδικασίες, εἶδε ὅτι αὐτή τή φορά τά πράγματα ἦταν διαφορετικά, ἀσυνήθιστα. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἦλθαν τήν ἡμέρα, ἐνῶ οἱ προηγούμενες συλλήψεις καί γενικά ὅλες οἱ συλλήψεις σέ αὐτή τή δύσκολη ἐποχή γίνονταν μόνο τή  νύχτα. Αὐτοί οἱ δύο δέν ἦλθαν μέ αὐτοκίνητο, ἀλλά μέ τά πόδια. ᾿Ακόμη εἶχαν μία εἰδική συμπεριφορά, ἕναν ἰδιαίτερο τόνο στή φωνή κι ἔδιναν μόνον ἐντολές, λές καί ἤδη εἶναι καταδικασμένος, τιμωρημένος. ῾Η αὐθαιρεσία στό ζενίθ. ῏Ηταν ἄλλωστε ἡ χειρότερη περίοδος τῆς Σταλινοκρατίας. Οἱ συλλήψεις ἦταν συνηθισμένο καθημερινό φαινόμενο, ἐνῶ εἰδικά τό δεύτερο μισό τοῦ 1937 ἦταν ἡ χειρότερη περίοδος γιά τήν ἐκκλησία. ῾Η νεοσύστατη Ν.Κ.V.D. σκορποῦσε παντοῦ τόν τρόμο, οἱ φυλακές καί τά στρατόπεδα γέμιζαν ἀσφυκτικά. Τά ἐκτελεστικά ἀποσπάσματα δούλευαν ἀκατάπαυστα...

 

EXUROSἈπόσπασμα ἀπό το βιβλίο

«ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ,

Η ΣΤΑΥΡΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑ

π. ΠΑΥΛΟΥ ΑΝΣΙΜΩΦ (1891-1937)»,

τοῦ Γεωργίου Π. Ἀνσίμωφ,

σέ ἐπιμέλεια Μητροπολίτου

Ἀργολίδος Νεκταρίου

από τις εκδόσεις 

«ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ»

(τηλ.: 210 9310605).